Υπήρχε μια εποχή που ξέραμε πότε θα βρέξει. Ένας κύκλος, περίπου επταετής, με πιο υγρές και πιο ξηρές περιόδους όπου πάνω σε αυτό στηρίζαμε τα φράγματα και τους υπολογισμούς μας. Αυτή η βεβαιότητα χάθηκε. Από εκεί ξεκίνησε τη συζήτησή του ο Δρ. Νίκος Υφαντής, Αντιπρόεδρος και CTO της SYCHEM, στο podcast The Sixers. Η κλιματική κρίση, εξήγησε, διατάραξε τον ίδιο τον κύκλο του νερού στη Μεσόγειο, κι εμείς το είδαμε με τον πιο παράδοξο τρόπο: την ίδια χρονιά, στην ίδια χώρα, πλημμύρες στην κεντρική Ελλάδα και νησιά που δεν είχαν να πιουν. Τα φράγματα περιμένουν τον καιρό. Η αφαλάτωση όχι. Γι’ αυτό και η Κύπρος, μόλις είδε τα αποθέματά της να πέφτουν επικίνδυνα, έτρεξε πρόγραμμα μονάδων ταχείας εγκατάστασης με τη SYCHEM να συμμετέχει με μεγάλη επιτυχία.
Δύο παρανοήσεις φαίνεται να τον ενοχλούν ιδιαίτερα, και τις σχολίασε. Η πρώτη αφορά το περιβάλλον: όταν συγκρίνουμε ελληνικές μονάδες των 1.000-10.000 κυβικών την ημέρα με διεθνή εργοστάσια του ενός εκατομμυρίου, συγκρίνουμε εντελώς διαφορετικά πράγματα. Στα δικά μας μεγέθη, λίγα μόλις μέτρα από το σημείο απόρριψης η αλατότητα είναι ίδια με της θάλασσας. Η δεύτερη αφορά το κόστος: μέχρι πριν από λίγα χρόνια, νησιά υδροδοτούνταν με υδροφόρα πλοία από την Αττική στα 15 ευρώ το κυβικό, για νερό μέτριας ποιότητας και με την παροχή στο έλεος του καιρού. Σήμερα η αφαλάτωση κοστίζει ένα μόνο κλάσμα αυτού του ποσού.
Η συζήτηση πέρασε αναπόφευκτα στην Καζαμπλάνκα, όπου οι άνθρωποι ξέμεναν πραγματικά από νερό και η οδηγία του διεθνούς διαγωνισμού ήταν απλή: “χρειαζόμαστε νερό τώρα”. Έργα αυτής της κλίμακας παραδίδονται κανονικά σε δύο με δυόμισι χρόνια. Η SYCHEM έδωσε τα πρώτα 60.000 κ.μ. σε επτά μήνες και έφτασε τελικά τα 120.000. Καμία από τις υπόλοιπες αναδόχους δεν τα κατάφερε. Η εξήγηση του Δρ. Υφαντή είναι απλή: «Για εμάς δεν ήταν απλά μια δουλειά, ήταν αποστολή.» Κι όταν το έργο τελείωσε, δόθηκαν δύο μισθοί μπόνους σε όλο το προσωπικό.
Στην ερώτηση σχετικά με το όραμα της εταιρείας απάντησε μιλώντας για ανθρώπους: «Θα ήθελα η SYCHEM να είναι μια εταιρεία-πρότυπο όσον αφορά τις εργασιακές συνθήκες, μια όαση μέσα στην ελληνική εργασιακή πραγματικότητα.» Γιατί το μοντέλο επιχειρείν αντιγράφεται. Η κουλτούρα όχι.